Ο Αγιος Βασίλης δούλευε πυρετωδώς για να προλάβει τις παραγγελίες εν όψει Χριστουγέννων.
Το βράδυ πριν τη παραμονή ο Αη Βασίλης στο γραφείο έχει προβλήματα, σε μια μέρα πρέπει να παραδώσει παιχνίδια κι ούτε τα μισά δεν είναι έτοιμα. Κάνει λογαριασμούς όταν ξαφνικά ανοίγει η πόρτα και μπαίνει οργισμένος ο νάνος-επιστάτης της βιοτεχνίας που φτιάχνει τα παιχνίδια.
-Τι τρόπος ειν’ αυτός Αρχινάνε, δεν κτυπάς πόρτα; Πήγαινε γρήγορα πίσω στη δουλειά σου κι έχουμε μείνει πίσω!
-Δεν έχει δουλειά Άη Βασίλη (συνδικαλιστής ο νάνος), αν δεν μας δώσεις αύξηση και ρεπό παιχνίδια δεν βλέπω να παραδίδεις.
-Τι είναι αυτά ρε; Απεργία; Δεν γίνονται αυτά! Δεν σκέφτεσαι τα παιδάκια;
-Ήδη έχουμε σταματήσει τη δουλειά γιατί εσύ δε σκέφτεσαι τα δικά μας τα παιδάκια.
Έξαλλος ο Αη Βασίλης αλλά τι να κάνει…
-Θα σας δώσω ρε θα σας δώσω άντε να δούμε πώς θα βγω εγώ…πήγαινε ξεκίνα τη δουλειά σε παρακαλώ..
Φεύγει ο Αρχινάνος πιάνει λογαριασμούς ο Αη Βασίλης να δει πώς θα βγει μετά την αύξηση. Πριν προλάβει την πρώτη αφαίρεση… ανοίγει η πόρτα και μπαίνει ένα κρύο ρεύμα αέρα χιονονιφάδες μια μπόχα ζωικής προέλευσης κι ο Αρχιτάρανδος πίσω της, αυτός με τη φωτεινή τη μύτη (ρούντολφ νομίζω τον λένε).
-Τι θες Ρουντυ εδω?…πίσω στον στάβλο σου και φρόντισε να είναι έτοιμα τα έλκηθρα σε λίγο φεύγει η πρώτη παραγγελία.
– Μας έχεις στην πείνα χωρίς άχυρο, στο κρύο και συ είσαι στην ζεστούλα σου αλλά έτσι είναι τα υψηλά κλιμάκια μόνο δουλειά και φορολογία σκέφτεστε.
-Ελα Ρουντολφ ταρανδάκι μου τι θες έχω και δουλειές!
-Ωραία γιατί εμείς δεν έχουμε… ξεκινήσαμε απεργία μέχρι να μας ανεβάσεις το σανό,τα κουκουνάρια,το νερό και να μας χτίσεις και στάβλο!
-Αχ Θεέ μου τι αμαρτίες πληρώνω ο άγιος; έκραξε ο Αη Βασίλης..
-Δεν πληρώνεις για αυτό τα τραβάς αυτά… φεύγω και σκέψου.. λέει ο Ρούντολφ και φεύγει..
Πάει να σκάσει… ξαναπιάνει το μολύβι κι αρχίζει κι άλλες αφαιρέσεις…
Ξαφνικά ξανανοίγει η πόρτα και μπαίνει η σουπερ σέξυ γυναικάρα του (40 χρόνια πιο μικρη με κόκκινο δερμάτινο μίνι, γουνάκι μπορντούρα, κόκκινη μπότα, ξέπλεκα τα κατάμαυρα μαλλιά της και το στήθος της να πιέζει το φερμουάρ της κόκκινης στολής).
-Τί θες γλύκα μου …είμαι στη δουλειά..
-Και στη δουλειά θα μείνεις γιατί εγώ έφυγα απ΄το σπίτι.
-Που θα πας μωράκι μου για ψώνια; ρωτά ανήσυχος..
– κάθε βράδυ σε περιμένω στο σπίτι και συ ασχολείσαι με τους νάνους και τα ξένα παιδιά εμένα καθόλου δεν με προσέχεις (κλασσική γυναίκα).
Φουντώνει ο Αη Βασιλης..
-Άντε γεια ρε που θα μου χαλάσεις τέτοια μέρα…. Να φύγεις να πας αλλού!
Τρέμοντας από οργή θέλει να χαλαρώσει όταν ξάφνου ξανα ανοίγει η πόρτα και μπαίνει το αγγελάκι κρατώντας ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο.
-ΤΙ ΘΕΣ ΚΑΙ ΣΥ ΑΓΓΕΛΑΚΙ????
-Πού να το βάλω το δέντρο καλέ μου Αη Βασιλη?
Και έτσι επικράτησε και βάζουμε το αγγελάκι στην κορυφή του δέντρου